- Λεπτομέρειες
- Κατηγορία: Ιστορίες του δρόμου
- By A.B.
- Εμφανίσεις: 9
Ο εκπαιδευτικός ρόλος του κράτους
Το κέντρο της Αθήνας και ειδικότερα η οδός Λυκούργου όπου δουλεύω, αναμφισβήτητα έχει δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Δεν κυνηγάς το ρεπορτάζ, εκείνο έρχεται και σε βρίσκει. Πώς γίνεται αυτό; Πολύ απλά, κατεβαίνεις στο κυλικείο της εταιρίας που δουλεύεις, να φας κάτι και να πεις μια κουβέντα και το ρεπορτάζ ξεκινάει, έτσι απλά.
Στην απέναντι πλευρά του δρόμου, στην φρεσκοδιαγραμμισμένη ζώνη στάθμευσης μοτοσικλετών, είναι παρκαρισμένο ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες. Καθώς παραγγέλνω το τοστ μου, λέω στον καταστηματάρχη, «κοίτα απέναντι, του πήρανε τις πινακίδες επειδή στάθμευσε παράνομα» και συνεχίζω «αγριεμένοι γύρισαν από τις διακοπές τους, οι δημοτικοί υπάλληλοι». «Δεν κατάλαβες» μου απαντά εκείνος, «δεν του τις πήρανε, αυτός τις έβγαλε και τώρα είναι μέσα στο εστιατόριο και τρώει». «Με δουλεύεις» του λέω, «καθόλου» μου απαντάει εκείνος και συμπληρώνει με χαμόγελο «το κάνει πολύ συχνά!».
"Ωραία κομπίνα", σκέφτηκα, αλλά έτσι δεν την γλυτώνεις. Με ή χωρίς πινακίδες, η παράβαση είναι παράβαση και επαυξημένη μάλιστα εξ αιτίας της αφαίρεσης των πινακίδων. «Πώς θα συμπεριφερθεί άραγε η δημοτική αστυνομία σε αυτή την περίπτωση;», σκέφτηκα και ένα ελαφρύ μειδίαμα άρχισε να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό μου. Πολύ θα ήθελα να το δω.
Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό, και από την αριστερή πλευρά, εμφανίστηκαν δύο υπάλληλοι της δημοτικής αστυνομίας, με τις όμορφες καφέ στολές τους και τα μπλοκάκια τους ανά χείρας. «Σόου τάιμ, λοιπόν» φώναξα ενθουσιασμένος και έδωσα μια γερή δαγκωνιά στο τοστ μου. Ο δημοτικός αστυνόμος, πλησίαζε το χωρίς πινακίδες όχημα με ύφος που βροντοφώναζε πως παίρνει πολύ σοβαρά την δουλειά του και πως η υπακοή στους νόμους είναι το θεμέλιο της δημοκρατίας και άλλα σχετικά. Γύρισε σελίδα στο μπλοκάκι του και χαμήλωσε το βλέμμα του στο ύψος του μπροστινού προφυλακτήρα. Στιγμιαία προβληματίστηκε, αλλά δεν έχασε καιρό, βημάτισε γρήγορα προς τον πίσω προφυλακτήρα. Τώρα το προηγούμενο βαθύ σκεπτικιστικό ύφος είχε εξαφανιστεί και στην θέση του ερχότανε κατά κύματα ένα άλλο, κάτι ανάμεσα σε απορία και έκπληξη μαζί. Κατευθύνθηκε προς τον συνάδελφό του και άρχισαν προφανώς να το συζητούν. Μετά, με μια αστραπιαία κίνηση, έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε μια επαφή. Σαν καλογυρισμένη ταινία, που θέλει να προσδώσει στην επόμενη σκηνή ένταση, πάγωσε για λίγο το πλάνο. Η επόμενη σκηνή όμως δεν ήρθε ποτέ , γιατί η κλήση έμεινε αναπάντητη. Δεν νομίζω ότι θυμήθηκε να πει στην γυναίκα του ότι την αγαπάει ή ότι θα περάσει αυτός από το σούπερ μάρκετ και μήπως ήθελε κάτι. Σίγουρα θα πήρε τον προϊστάμενο του τηλέφωνο ή την τροχαία, αλλά αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Το ρεπορτάζ κορυφώνεται. Τί θα κάνει τώρα ο δημοτικός αστυνόμος; Στο μεταξύ, ο κάτοχος του αυτοκινήτου – είμαι χωρίς πινακίδες, αν μπορείς πιάσε με- παρακολουθεί τα δρώμενα αποτελειώνοντας το φαγητό του, ατάραχος μέσα από το εστιατόριο. Ο δημοτικός αστυνόμος, ξαναφορά το προηγούμενο περισπούδαστο ύφος του, ρίχνει μια λοξή ματιά στα δεξιά – σαν να είδε κάτι που έπρεπε να το δει χωρίς να του ξεφύγει- και συνεχίζει τον βηματισμό του προς την οδό Αθηνάς.
Συνοψίζοντας λοιπόν την τακτική του κατόχου του αυτοκινήτου – στην έσκασα για άλλη μια φορά -, ανακαλύπτουμε πως έχει μελετήσει τα αδύνατα σημεία του αντιπάλου του και τα εκμεταλλεύεται με φειδώ. Τόσο, ώστε να κάνει την δουλειά του. Γνωρίζει πολύ καλά, πως και η κλήση να είχε απαντηθεί, θα μεσολαβούσε αρκετός χρόνος ώστε να ολοκληρώσει το γεύμα του, χωρίς να αναγκαστεί να μετακινήσει το αυτοκίνητό του. Έξυπνος άνθρωπος; Μάλλον πολυδαίδαλο και ανύπαρκτο κράτος που δίνει την δυνατότητα να εμφανιστούν τέτοια φαινόμενα. Φανταστείτε πως θα ένιωσε ο επόμενος που έφαγε κλήση για παράνομη στάθμευση, αν μπορούσε να παρακολουθήσει την συμπεριφορά του δημοτικού αστυνόμου που παρακολουθήσαμε και εμείς. Οργή και βαθύ αίσθημα αδικίας. Και αν τέτοια περιστατικά επαναλαμβάνονται και την πληρώνουν μόνο οι «κουτοί», δηλαδή αυτοί που δεν βγάζουν τις πινακίδες και γενικά που δεν κοροϊδεύουν, τότε σιγά σιγά, οι κουτοί θα αρχίζουν να νιώθουν ως αντίπαλο το κράτος και όχι ως το πλαίσιο που μας στηρίζει και το στηρίζουμε. Ειδικότερα, όπως περιγράφθηκε παραπάνω, όταν το ίδιο το αναιμικό κράτος καλλιεργεί την αδικία και επιβάλει την τιμωρία μόνο όπου μπορεί. Δηλαδή στους «κουτούς».
Ο κάτοχος του οχήματος «τι φοβερός τύπος είμαι» πλήρωσε τον λογαριασμό του στο εστιατόριο και κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητό του. Επανατοποθέτησε τις πινακίδες και έφυγε χαρωπός. Πιο κάτω, οι δύο υπάλληλοι της δημοτικής αστυνομίας, συνέχιζαν να σφηνώνουν κλήσεις στους υαλοκαθαριστήρες των «κουτών».