- Λεπτομέρειες
- Κατηγορία: Ιστορίες του δρόμου
- By A.B.
- Εμφανίσεις: 13
Ο μέγας Αλέξανδρος
Το παρακάτω άρθρο, γράφθηκε στις 25 Αυγούστου του 2012, όταν η πατρίδα μας, βρισκόμασταν εν μέσω οδυνηρών και πρωτόγνωρων καταστάσεων, όταν τα δυσάρεστα γεγονότα διαδέχονταν το ένα το άλλο και κανείς δεν έβλεπε τελειωμό. Είναι συνεπώς συναισθηματικά φορτισμένο, γι’ αυτό και αυτός ο πρόλογος ο οποίος θα προϊδεάσει τον αναγνώστη.
Κατά ένα παράξενο όμως τρόπο – αποκλειστικότητα του κράτους μας – συνεχίζει να είναι επίκαιρο και ουσιώδες. Θα περίμενε κανείς , μετά από έξι χρόνια και τόσες προσβολές και θυσίες, κάτι να έχει αλλάξει. Είναι πραγματικά θλιβερό και πρωτότυπο, να παρελαύνουν πλειάδες υπουργών οι οποίοι αναμορφώνουν τα κακώς κείμενα και η ρότα του πλοίου να μην αλλάζει. Απαριθμείστε τους «μεταρρυθμιστές» υπουργούς για παράδειγμα στην πολύπαθη παιδεία μας και επί της ουσίας, τίποτα. Ακόμα διατηρούμε με πείσμα την ιδιαιτερότητα να μην έχουμε ιδιωτική πανεπιστημιακή εκπαίδευση και επιχειρηματολογούμε κι’ όλας γι΄ αυτό. Το άκαμπτο βαθύ κράτος παραμένει σφιχταγκαλιασμένο με τους γνωστούς εθνικούς εργολήπτες και ο λαός αποδημείτε, οι νέοι μας φεύγουν, δίνοντας γη σε ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν εύκολα αυτόν τον τόπο, με διαφορετικές κουλτούρες και θρησκείες. Το ηθικό ανάστημα των πολιτικών μας καθημερινά μικραίνει, αφού δέχονται και δίνουν τα πάντα, αρκεί να κυβερνούν αυτοί και όχι οι άλλοι. Δεν μπορούν ή δεν τους ενδιαφέρει να σκεφτούν πως όταν μια επιχείρηση πέσει έξω μετά δεν υπάρχει επιχείρηση, συνεπώς ούτε και κράτος για να διοικήσουν.
Σε όλους αυτούς, στους πολιτικούς μας και τον κρατικό μηχανισμό, στους μετανάστες, στους αθάνατους εργολήπτες, στον λαό μας που φτωχαίνει ηθικά, πνευματικά και οικονομικά, στέκομαι απέναντί τους, τους προτείνω το χέρι και τους παρακαλώ να στρέψουν για λίγο το βλέμμα τους στον πίνακα του Ευγένιου Ντελακρουά. Τι βλέπουν; τι νιώθουν; νιώθουν;
Τα σχόλια που ακολουθούν, αντλήθηκαν από τον ιστότοπο el.wikipedia.org όπως και η φωτογραφία του πίνακα.
«Βρισκόμαστε στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1830. Το καζάνι εξερράγη. Ο λαός μην αντέχοντας στην αφόρητη καταπίεση επαναστάτησε. Με τα όπλα στα χέρια ορμάει απαιτώντας το δίκιο του. Οι πρώτοι δέχτηκαν τα πυρά και σωριάστηκαν. Νεκροί έπεσαν και οι στρατιώτες. Καπνός από τις εκρήξεις αναθυμιάζει. Ο λαός δεν έχει αρχηγό. Έχει ένα όραμα. Την Ελευθερία. Αυτή τον οδηγεί. Η Ελευθερία εφορμά οδηγώντας τον λαό. Ξυπόλητη και με γυμνό το στήθος μοιάζει με αρχαία ελληνική θεά, ή την ρωμαϊκή προσωποποίηση της Ελευθερίας, την Λιμπερτάς. Φοράει την φρυγική σκούφια των Ιακωβίνων στο κεφάλι. Κρατάει ντουφέκι με ξιφολόγχη στο αριστερό και υψώνει την απαγορευμένη σημαία της Γαλλικής Επανάστασης, την Τρικολόρ στο δεξί. Στρέφει το κεφάλι της στο λαό που την ακολουθεί και του δίνει θάρρος να πολεμήσει».
Ακολουθεί το άρθρο.
«Καλημέρα από την όμορφη Αργολίδα, από ένα σπάνιο και τόσο ιδιαίτερο μέρος της πολύπαθης χώρας μας. Από ένα μέρος με ιστορία και συνέχεια, ένα παράδεισο των αισθήσεων και όπως όλα δείχνουν σε πρώτη ματιά, και της τουριστικής απόλαυσης. Αρχαία Επίδαυρος, Ναύπλιο.
Η διαδρομή λοξοδρομώντας από την νέα εθνική οδό στο ύψος του ισθμού, της παλιάς γέφυρας σε κερδίζει και από το πρώτο χιλιόμετρο οι διακοπές σου έχουν κιόλας αρχίσει και ο ενθουσιασμός ανεβαίνει κατακόρυφα. Ξεχνάς χαράτσια και σωρευμένες πληρωμές, το αίσθημα της κατάφωρης αδικίας που πικραίνει την ψυχή σου, τους ανεύθυνους πλαστικούς πολιτικούς, αυτούς που κατά κοινή διαπίστωση πλέον δεν έχουν την αντρειοσύνη να σύρουν το καράβι και πάλι στο απέραντο γαλάζιο. Ή τους άλλους που ενώ δυο χιλιάδες συμπολίτες μας αυτοκτόνησαν με αιτία την οικονομική κρίση, συνεχίζουν αργά και ρυθμικά, με τον βηματισμό του παχύδερμου, να διαμοιράζουν τις ευθύνες και μουγκανίζοντας ενώ μηρυκάζουν και αφοδεύουν ταυτόχρονα , σιγοψιθυρίζουν, “ μαζί τα φάγαμε”, σε ένα λαό με λαβωμένη την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπειά του. Αν μη τι άλλο αυτό, είναι ένα ακόμα ενοχλητικό χτύπημα κάτω από τη μέση την στιγμή που ο διαιτητής κοιτάζει τα κορδόνια του.
Η ιστορία μας λέει:
“Προδότης, δεν είναι μόνο αυτός που φανερώνει τα μυστικά της πατρίδας του στους εχθρούς, αλλά είναι και εκείνος που ενώ κατέχει δημόσιο αξίωμα, εν γνώσει του δεν προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων πάνω στους οποίους άρχει”.
Θουκυδίδης (460-398) π.Χ.
Το ένα χωριό διαδέχεται το άλλο, μια απλότητα σε πλημμυρίζει και καταλαγιάζει ολοένα και περισσότερο την οργή σου. Το τοπίο σου επιβάλλεται και προσπαθεί να μιλήσει στην παγωμένη σου ψυχή.
Δεν μπορείς λοιπόν να εξαιρέσεις αυτή τη θεία προσέγγιση. Όσες ορδές λαθρομεταναστών και αν παρελάσουν από μπροστά σου - φέρνοντας μαζί τους μια κουλτούρα, ευμετάβλητη που σε κάποιες περιπτώσεις, είναι χωρίς τα ηθικά στηρίγματα, αυτά που θα οικοδομήσουν το κατάλυμα της ελεύθερης ψυχής - το τοπίο σου επιβάλλεται. Ίσως και αυτός να είναι ένας από τους λόγους της αρχαίας προκοπής μας. Γεννηθήκαμε σε έναν παράδεισο που σήμερα μαζί με όλους τους άλλους που δεν γεννήθηκαν σε αυτόν, και εμείς μαζί, προσπαθούμε να τον χαλάσουμε. Σαν τιμωρημένα παιδιά, με θολό το βλέμμα από το κλάμα, κλοτσάμε τον αέρα και βρίζουμε και καταστρέφουμε. Πρώτα το περιβάλλον μας, μετά τις αρχές μας και τέλος την ιστορία μας.
Ο Χένρι Κίσινγκερ μας λέει:
«Ο λαός των Γκρεκών είναι αναρχικός και δύσκολος να τιθασευτεί. Γι αυτό πρέπει να τον χτυπήσουμε βαθιά στις πολιτιστικές του ρίζες. Τότε ίσως αναγκασθεί να συμμορφωθεί. Εννοώ να πλήξουμε τη γλώσσα του, την θρησκεία του, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε την δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, ώστε να μην μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή την νευραλγική περιοχή στρατηγικής σημασίας για μας».
Δεν είναι συνωμοσιολογία αλλά διαπίστωση και μάλιστα δεν έχει αλλάξει ούτε η σειρά των γεγονότων. Πρώτα η γλώσσα, μετά η θρησκεία και τέλος η ιστορία. Απάνθρωποι όσοι το προσπάθησαν αλλά το ίδιο απάνθρωποι όσοι το είδαν και αδιαφόρησαν. Και εδώ υπάρχει η πολιτική ευθύνη. Διότι δεν φτάσαμε εδώ που φτάσαμε τυχαία η από έναν λάθος χειρισμό (π.χ. παρόλες για Τιτανικούς). “Είμαστε ακόμα ζωντανοί, στην σκηνή σαν ροκ συγκρότημα”, αλλά κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι αυτό θα συνεχιστεί επί μακρόν. Πρέπει επιτέλους να αντιδράσουμε και να κερδίσουμε ξανά το απέραντο γαλάζιο γιατί χωρίς αυτό δεν μπορούμε να ζήσουμε. Θέλουμε ξανά τον τόπο μας πίσω για να κατοικίσουμε, να ξανακάνουμε όνειρα. Ο τόπος μας είναι η ιστορία μας και η συνέχεια μας, το καθαρό μας πνεύμα, το ήθος μας και η ανθρωπιά μας. Πρέπει να παλέψουμε για να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν για να μπορέσουμε να γίνουμε αυτοί που θέλουμε να γίνουμε. Να ξαναπλησιάσουμε τους θεούς μας να ξαναγαπήσουμε τον τόπο μας, να ξεκινήσουμε από την αρχή.
Πλησιάζουμε πλέον στο Ναύπλιο. Πριν από την κατάληξη στον τελικό προορισμό μας, μια ελαφριά παράκαμψη για ένα μπάνιο κάτω από τον βράχο του κάστρου, στο Παλαμήδι, στην Αρβανιτιά.
Μια στενή λωρίδα από χονδρά βότσαλα γλιστρά κάτω από τον βράχο. Είναι γεμάτη από τους κλασσικούς λουόμενους με την πετσέτα τους και το καπελάκι. Πάνω από αυτούς, βρίσκεται το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο Ξενία, δεμένο αριστοτεχνικά από τον Κωνσταντινίδη με τον περιβάλλοντα χώρο. Και δεξιά ο επιβλητικός βράχος και στην κορυφή του το Κάστρο. Παρά τις νεαρές υπάρξεις και τα μαυρισμένα κορμιά η εικόνα ρέπει θλιβερά προς την εγκατάλειψη. Οι εγκαταστάσεις έχουν αφεθεί εδώ και χρόνια στην τύχη τους. Τα τσιμέντα έχουν απογυμνωθεί, τα μέταλλα έχουν σκουριάσει, οι πόρτες όσες δεν είναι κλειστές είναι σπασμένες.
Δεξιότερα το Παλαμηδίου, ένα ασπρουλιάρικο ξεφλουδισμένο κτήριο, δίπλα στο γιαλό. Διαλαλεί με παρρησία πως ειδικά γι αυτό δεν ίσχυσε ποτέ καμιά πολεοδομική νομοθεσία. Τα γκράφιτι συμπληρώνουν την εικόνα της παρακμής.
Ο βράχος του κάστρου μας κοίταζε σαν να ήθελε να μας μιλήσει. Ο κόλπος που ανοίγεται μπροστά μας, βαθύς και ήρεμος, σπρώχνει τα νερά του μέχρι τα πόδια μας.
Βυθιζόμαστε μέσα του με αργές κινήσεις και σχεδόν αμέσως αρχίζουμε να συζητάμε για το πως κατάντησε έτσι ένα τόσο όμορφο μέρος. Δήμος, τοπική αυτοδιοίκηση, νομαρχία, ΕΟΤ, ήταν οι λέξεις που έσκαγαν μαζί με τον παφλασμό του κύματος. Το απέραντο γαλάζιο έδωσε για λίγο την θέση του στην απέραντη σύγχυση του ελληνικού κράτους. Ο δήμος σε δικαστική διαμάχη με την νομαρχία, ο Ε.Ο.Τ. σε δικαστική διαμάχη…
Βγαίνοντας ξαπλώσαμε στις πετσέτες μας, στην πλευρά του κάστρου, πάνω στο παλιό τσιμέντο, δοκιμάζοντας τις ικανότητες μας ως εκκολαπτόμενοι φακίρηδες. Η ζέστη έκανε την εμφάνισή της. Πίσω μας, στο βάθος βρισκότανε ένα αναψυκτήριο. Ένας κρύος καφές και ένα αναψυκτικό θα συμπλήρωνε την απόλαυση των αισθήσεων, σκέφτηκα και κατευθύνθηκα προς τα κει. Όμως ήδη είχα κάνει το πρώτο μου λάθος. Είχα αργήσει τέσσερα ολόκληρα λεπτά και δεν το ήξερα. Η ώρα ήταν έξι και πέντε το απόγευμα. Ο διάλογος που ακολουθεί είναι πραγματικός…
«Καλησπέρα (χαμόγελο), έναν εσπρέσο και δυο νεράκια παρακαλώ». «Λυπάμαι, έχουμε κλείσει», απάντησε ο υπάλληλος. «Κλείνουμε στις έξι», συμπλήρωσε. «Μα σας πρόλαβα, είστε ακόμα εδώ», είπα αμήχανα. «Έχω πατήσει ζήτα στην μηχανή, και δεν μπορώ να δώσω κάτι χωρίς απόδειξη, λυπάμαι…». «Μα κάνει ζέστη, έχουμε κορακιάσει, λίγο νερό έστω…». «Έχετε δίκιο. Περιμένετε».
Ο νεαρός υπάλληλος με ειλικρίνεια, προσπάθησε να δώσει λύση σε αυτόν τον κακό συγχρονισμό, το ωράριο του πελάτη με το ωράριο της εταιρείας, που ήταν υπεύθυνη για το αναψυκτήριο. Το πλησιέστερο περίπτερο απείχε πάνω από ένα χιλιόμετρο. Ας στηρίξουμε λοιπόν την νέα γενιά γιατί λύση βρήκε! Με γρήγορες κινήσεις έπιασε ένα μπουκάλι νερό, το άνοιξε έχυσε λίγο κάτω και έβγαλε το πλαστικό της μάρκας. Ευγενικά μου το πρόσφερε. Μηχανικά αντιπρότεινα τα λεφτά που είχα στο χέρι μου. «Όχι, σας είπα δεν μπορώ να το χτυπήσω στην μηχανή, πάρτε το, θα το δικαιολογήσω ως ελαττωματικό προϊόν!». Έκλεισα το στόμα μου που ήταν ανοιχτό τόση ώρα, πήρα το μπουκάλι, τον ευχαρίστησα και έφυγα.
Στον δρόμο της επιστροφής προς την Αρχαία Επίδαυρο, σκεφτόμουν πόσα πολλά θα μπορούσε να γράψει κάποιος για αυτήν την ελληνική πραγματικότητα. Με έπιασε θλίψη. Για άλλη μια φορά εμφανίστηκε μπροστά μου αυτός ο Έλληνας επιχειρηματίας! Τον έχω συναντήσει και πιο παλιά, να ρίχνει τσιμέντα αξημέρωτα, να λαδώνει, να κοκορεύεται για το εφήμερο κέρδος, να κοιτάζει καχύποπτα τους πελάτες του που λίγο ως πολύ τους θεωρεί ηλίθιους ή στην καλύτερη περίπτωση κέρδος που πρέπει να το ρουφήξει με το λιγότερο κόστος. Τον έχω συναντήσει, να μην αγαπάει την δουλειά του αλλά το φρέσκο χρήμα που ρέει από αυτήν. Τον έχω δει στην εφορία να απειλεί θεούς και δαίμονες, στην πολεοδομία να κλείνει το μάτι, στο ΙΚΑ να χασκογελάει. Αυτός ο παλιός επιχειρηματίας πρέπει να πεθάνει και στην θέση να γεννηθεί ο νέος επιχειρηματίας, ο νεαρός υπάλληλος του αναψυκτηρίου, αυτός που θα κόψει αυτό το άθλιο κουβάρι των αλληλοσυνδεδεμένων υπηρεσιών χωρίς αύριο, με μια κίνηση, σαν σύγχρονος Αλέξανδρος και θα σύρει το καράβι επιτέλους στο απέραντο γαλάζιο! Αμήν».