Μια προσωπική ιστοσελίδα για την μοτοσικλέτα και όχι μόνο

Απόψεις, σκέψεις και γραπτά Απόψεις, σκέψεις και γραπτά
  • Αρχική
    • Business
    • Corporate
    • Logistics
    • Product
    • News / Magazine
  • Ιστορίες του δρόμου
  • ΤΕΧΝΗ
    • Author Listing
    • Company Timeline
    • Pricing
  • ΑΣΦΑΛΕΙΑ

    User

    • Login Form
    • User Profile
    • Edit Profile

    Joomla! Pages

    • Category Blog
    • Category List
    • Featured Articles
    • Smart Search
    • Single Article

    Template Layouts

    • Left col + Content
    • Content + Sidebar R
    • Sidebar L + Content + Sidebar R
    • Content Full (No Sidebar)

    Content layouts

    • 2 Col Content + Right Col
    • Masonry 3 cols
    • 3 Cols / Content
    • 2 Cols / Content
    • Content In Media

    Article Layouts

    • Article Default
    • Article W/ Sidebar
    • Article W/ Media Right
    • Article W/ Media Full
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Λεπτομέρειες
Κατηγορία: Ιστορίες του δρόμου
A.B. By A.B.
A.B.
10.Σεπ
10 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις: 23

Ο Βιτσέντζος Κορνάρος υποδέχεται την CX500

-  Ναι Γιάννη σε ευχαριστώ πολύ!
-  Σου έχω δωμάτιο με κλιματιστικό και τηλεόραση...
-  Τελευταία βδομάδα του Αυγούστου θα είμαι κάτω, θα τα πούμε από κοντά.
Ήταν τέλη Μαΐου, όταν άρχισα να σκέφτομαι τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο δρόμος μέχρι την Τρίπολη είναι πολύ καλός, το μηχανάκι στα όπα του και με καινούργια λάστιχα,  όρεξη για τρεχάλες πάντα υπήρχε, λεφτά βρέθηκαν και μάλιστα πάνω στον ενθουσιασμό μου αγόρασα επιτέλους και τις βάσεις στα σαμάρια για το cbr. Οι δυσκολίες και αυτού του χειμώνα ήταν αρκετές, μα τώρα όλα έδειχναν καλύτερα και πολύ πιο αισιόδοξα.
Έδειχναν, γιατί δεν ήταν. Οι τρεις τελευταίοι οσφυϊκοί σπόνδυλοι είχαν και αυτοί τα δικά τους σχέδια. Αθόρυβα και συνωμοτικά καιρό τώρα, προετοίμαζαν το γεγονός που θα με κρατούσε στο κρεβάτι και θα έκανε και τις πιο απλές και συνηθισμένες μου κινήσεις, δύσκολες και γεμάτες πόνο. Το δικάβαλο ταξίδι με την μηχανή ήταν πια μια μακρινή σκέψη.
Μετά από μερικές εβδομάδες τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα αλλά ούτε λόγος για τα 350 χιλ. μέχρι την Νεάπολη.Και τότε ήρθε η απάντηση από την κλασική Ελληνίδα γριά, που πάντα μου στέκεται στα δύσκολα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαίρι του 2010 όταν μου κλέψανε το bandit, που μας πήγε και μας έφερε στην Πάρο αλλά και που φορτώθηκε αγόγγυστα τον εξοπλισμό του κάμπινγκ.Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την χρονιά και τα όμορφα νωχελικά βαθιά πλαγιάσματα της στον δρόμο της επιστροφής από την Παλαιά                Επίδαυρο προς την Αθήνα.
-  Δεν θα πάμε οδικώς, μωρό μου στα Κύθηρα, θα πάμε ακτοπλοϊκώς!Και έτσι μπήκε στο ταξίδι μας ο Βιτσέντζος Κορνάρος. Ένα παλιό πλοίο που εξακολουθούσε να ταξιδεύει αργά και να φέρνει τον αέρα μιας άλλης εποχής πιο κοντά στην σημερινή - που τόσο τον έχει ανάγκη - τότε που τα λίγα και καλά πρωταγωνιστούσαν, είχαν χαρακτήρα και ήταν δυσεύρετα σε αντίθεση με τα πολλά, τα εύχρηστα, τα εύκολα προσβάσιμα, που τόσο λίγο διαφέρουν μεταξύ τους. Το cbr λοιπόν με τις καινούργιες του βάσεις των σαμαριών δεν θα μας ταξίδευε στο τέλος του Αυγούστου. Στη θέση του ο Βιτσέντζος Κορνάρος θα υποδέχονταν αυτή την γριούλα που αν και έχει μηδενίσει το κοντέρ μια φορά φαίνεται σαν να θέλει να το ξαναμηδενίσει.

Η τριαντατετράχρονη cx500c (το 2015), θα μας πήγαινε διακοπές, φορτωμένη τα μπαγάζια μας και τα όνειρά μας για αξέχαστες εμπειρίες. Το ραντεβού είχε δοθεί στο λιμάνι του Πειραιά, λίγο πριν από τις πέντε το απόγευμα.

 

Το ταξίδι στα Κύθηρα

Για τους παλιότερους, το φόρτωμα της μηχανής ήταν ένα ακόμα τελετουργικό που ακολουθούσαν με ευλάβεια και χαρά. Και η τεχνολογία της εποχής έσπρωχνε τα πράγματα προς τα 'κει και δημιουργούσε θρύλους και παραδόσεις.
Τα σαμάρια είχαν τέλεια εφαρμογή στο cx500 αλλά πριν έπρεπε να αλλάξεις θέση στα πίσω φλας. Η δουλειά είχε ξαναγίνει το 2010 και τα σημάδια της ήταν ορατά. Το αξονάκι που έλειπε κάτω από το πίσω φτερό και τα σιδερένια βαριά φλας, απαγόρευαν να ξανατοποθετηθούν τα ίδια στην ίδια θέση. Η λύση ήρθε από το μέλλον. Τα φλας του cbr ταίριαζαν και ήταν κατά πολύ ελαφρύτερα. Κατσαβίδι, κλειδιά, κολλητήρι, καλώδια βγήκαν στην φόρα και η πατέντα ήταν έτοιμη σε λιγότερο από μία ώρα. Το cx500 φορούσε τα φλας του cbr και καμάρωνε!

Το ταξίδι μας αυτό ήτανε γραφτό να είναι επεισοδιακό, τόσο στην αρχή του όσο και στο τέλος του. Λίγο πριν φτάσουμε στο λιμάνι για το πολυπόθητο ραντεβού, ψιλή βροχούλα έπιασε που σε λίγα λεπτά έγινε καλοκαιρινή μπόρα. Για το cx και τους αναβάτες του το ταξίδι είχε ξεκινήσει και κάθε ταξίδι με μηχανή είναι συναρπαστικό και γεμάτο περιπέτεια. Το προσωπικό του πλοίου μας άφησε να ανέβουμε και ο έλεγχος των εισιτηρίων που δεν είχαμε προλάβει με την νεροποντή να εκδώσουμε, έμεινε για αργότερα. Όταν έγινε και αυτό, αλλάξαμε τα βρεμένα μας ρούχα, αποχαιρετίσαμε προσωρινά την Ελληνίδα γρια και ανεβήκαμε στο δεύτερο κατάστρωμα του πλοίου για να απολαύσουμε τον απόπλου με τον φραπέ στο χέρι.

Είναι σχεδόν συνομήλικοι. Σίγουρα έχουν ξαναταξιδεύσει μαζί στα νεανικά τους χρόνια, φάνηκαν να γνωρίζονται γιατί αλληλοκοιτάχτηκαν με σεβασμό. Η θέση στάθμευσης των δίκυκλων είναι δίπλα στους κάδους απορριμμάτων με την χαρακτηριστική μυρωδιά. Έτσι ήταν και τότε.

Το VIKING VISCOUNT που αργότερα μετονομάστηκε σε  Βιτσένζος Κορνάρος, κατασκευάστηκε το 1976 στην Δανία. Τα πρώτα του ταξίδια τα έκανε στις θάλασσες που βρέχουν την Αγγλία και την Γαλλία. Το 1987 αγοράστηκε από την εταιρία P&Q  και το 1994 αγοράστηκε από την ΛΑΝΕ και ξεκίνησε να οργώνει το Αιγαίο. Διαθέτει τρία εξωτερικά καταστρώματα με το τελευταίο να έχει ακόμα τα ξύλινα παγκάκια που πάνω τους έχει κοιμίσει αμέτρητους ταξιδευτές,  στα μακρόσυρτα ταξίδια του. Την ίδια δεκαετία, ξεκίνησε και η παραγωγή της σειράς CX από την Honda. Ο σχεδιασμός της περιελάμβανε αρκετές καινοτομίες της εποχής, με χαρακτηριστικές, την  υγρόψυξη, τον  άξονα μετάδοσης κίνησης  αντί για αλυσίδα, τις αλουμινένιες ζάντες, το διπλό συντονισμένο καρμπυρατέρ cv τύπου για την μείωση των εκπομπών και το ξεχωριστό από το υπόλοιπο ηλεκτρικό σύστημα, σύστημα ανάφλεξης που επιτρέπει την εκκίνηση και μετά την κατάρρευση του ηλεκτρικού κυκλώματος. 

Ο κανόνας λέει πως δεν ζορίζουμε ποτέ ένα παλιό μηχάνημα. Σωστό. Το γυμνό cx όμως καταφέρνει ακόμα (με την προσθήκη μιας μικρής ζελατίνας) να πιάνει τα 170 χιλ. ανά ώρα σε αντίθεση με τον Βιτσένζο που πλέει χαλαρά με 15,5 έως 16,5 κόμβους  ενώ η ονομαστική μέγιστη ταχύτητα του είναι 51,4 και η ελάχιστη 14,1 κόμβους. Ενδεικτικό αυτής της χαλαρότητας είναι ότι σχεδόν δεν αφήνει απόνερα αλλά και ότι οι πολυθρόνες αεροπλάνου που διαθέτει στην οικονομική θέση διαθέτουν ανάκληση και ενσωματωμένο υποπόδιο με αρκετό χώρο ελεύθερο ώστε να μπορέσεις να οριζοντιωθείς και να την κόψεις για ύπνο, χαλαρά.
Οι παλαιότεροι ας θυμηθούν εκείνα τα ταξίδια, τότε που οι νέοι αντί να φυτεύονται σε μια καρέκλα με το κινητό τους, δίπλα στο κλιματιστικό, ήταν στο κατάστρωμα, γύρω από μια κιθάρα με φωτεινά χαμόγελα και μακριά μαλλιά. Ναι, οι εποχές έχουν αλλάξει, κάποιες γριούλες όμως εξακολουθούν –έτσι προστάζει ο αφέντης τους- να δουλεύουν ακόμα.

Παρασκευή 21/8/2015

Μετά από οχτώ ώρες, περασμένες μία πια,  μπήκαμε επιτέλους στο Διακόφτι, το λιμάνι των Κυθήρων. Οι μηχανές πίσω από τον καταπέλτη ήταν αναμμένες και μετά από λίγα λεπτά οι ρόδες του cx πάταγαν στεριά. Ο βραδινός καθαρός αέρας του νησιού γέμισε τα πνευμόνια μου. Μηχανικά έψαξα για οδικές ταμπέλες. Δεν τις βρήκα. Θυμήθηκα τα λόγια του Γιάννη: «Ακολούθησε τα προπορευόμενα αυτοκίνητα». Και αυτό έκανα. Άφησα για την επόμενη τις γκρίνιες, χαιρετίσαμε τον Βιτσέντζο και αρχίσαμε να ξεμακραίνουμε και να αφήνουμε πίσω μας τα φώτα του λιμανιού, τα οποία ήταν και τα τελευταία που είδαμε μέχρι να διασχίσουμε το πρώτο χωριό. Όχι δεν είναι υπερβολή, άντε και φώτα δεν είχανε, χάθηκαν μερικά ανακλαστικά για να βλέπεις που πάει ο δρόμος; Τα προπορευόμενα οχήματα δεν φαίνονταν πια καθώς η βαρυφορτωμένη γριούλα έπαιρνε με δυσκολία τις ανηφορικές φουρκέτες. Δε θα φτάσουμε; σκεφτόμουνα. Σκοτάδι. Θα φτάσουμε, μονολογούσα. Σκοτάδι.

Όχι, δεν θα φτάναμε αν δεν μας περίμενε ο ξάδελφος μου στην πλατεία του χωριού, Λιβάδι. Από  ’κει και μετά, ακολουθούσα πιστά ένα άσπρο Niva μέχρι που φτάσαμε στον προορισμό μας, γύρω στις δυόμισι τα ξημερώματα. Πάλι μνήμες από το παρελθόν πλημμύρισαν το μυαλό μου. Τότε που τα ταξίδια με το πλοίο είχαν ένα χαρακτήρα ηρωικό και η άφιξη του πλοίο στο νησί , ήταν γεγονός. Θα μπορούσαν τα πράγματα να ήταν διαφορετικά; Θα μπορούσαν, αν το πλοίο ταξίδευε πιο γρήγορα και έφτανες με το φως της μέρας, που και ταμπέλες να μην έβρισκες, θα έβρισκες κάποιον  να ρωτήσεις. Βέβαια, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω και ρωτώ, γιατί δεν υπάρχουν οι απαραίτητες οδικές πινακίδες και τα ανακλαστικά σε ένα νησί που δεν έχει δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς παρά μόνο ταξί. Κατά μία αρχαιολογική άποψη, τα Κύθηρα πήραν το όνομά τους από το αρχαίο ρήμα, κεύθω που σημαίνει κρύβω.  Λέτε το τελευταίο ουσιαστικό της προηγούμενης πρότασης να κρύβει την απάντηση;

Σάββατο 22/8/2015
Η μέρα άρχιζε να ζεστάνει, καθώς ο καλοκαιρινός ήλιος μεσουρανούσε. Το χωριό είχε ξυπνήσει από ώρα και οι καθημερινές ασχολίες των κατοίκων του γέμιζαν τον αέρα με μακρινούς νωχελικούς ήχους, μακρόσυρτους και επαναλαμβανόμενους. Στο σπίτι του Γιάννη, που βρισκόντανε έξω από το χωριό, επικρατούσε ησυχία. Φρόντιζε ο ίδιος γι΄ αυτό.  Ταξίδι είχανε, θα σκέφτηκε, ας τους να κοιμηθούν λίγο ακόμα.
Ίσως η πιο όμορφη στιγμή της μέρας. Μια αργή κίνηση, ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά. Μια καινούργια μέρα μόλις ξεκίνησε και αυτή φορτωμένη με προσδοκίες και όνειρα που φτιάχτηκαν στις βροχερές και κρύες νύχτες του περασμένου κακοτράχαλου χειμώνα.
Η πρώτη αίσθηση που έχεις όταν ξυπνήσεις σε ένα σπίτι που δεν έχεις ξανακοιμηθεί, είναι η αίσθηση του φρέσκου. Τα έπιπλα, οι τοίχοι τα κάδρα, φανερώνουν τον καλύτερο εαυτό τους, σε καλωσορίζουν και σου εύχονται καλή διαμονή.

-    Καλώς τους, ξυπνήσατε; καφεδάκι;

Μικρές αναφορές στον Βιτσέντζο και στα κάλλη του, στην ζωή μας στην πόλη, στο τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ, κουβέντες που μας έφερναν πιο κοντά.

Τον δεύτερο καφέ μας αποφασίσαμε να τον πιούμε στο Καψάλι, ξεκινώντας έτσι την σύντομη περιήγησή μας στα Κύθηρα. Η γριούλα μας, απαλλαγμένη από τα σαμάρια, καλοκοιμισμένη στην ύπαιθρο,  ξεκίνησε με ενθουσιασμό και μετά από ένα σύντομο στροφηλίκι, μας έφερε στο παραλιακό καφέ Anglais. Το χωριό διατηρούσε τον γραφικό του χαρακτήρα – όπως αργότερα θα διαπιστώναμε για ολόκληρο το νησί – και  δεν έδειχνε σαν τουριστικός προορισμός γεμάτος ψεύτικα χαμόγελα και υποσχέσεις. Απέναντί μας , ορθώνονταν ένας μικρός λοφίσκος και πάνω σε αυτόν στηριζόταν με καμάρι ένας φάρος, που  ίσως να σηματοδοτεί ακόμα την «μπούκα» του μικρού λιμανιού. Πιο κει, απλωνόταν η παραλία του Καψαλίου, γεμάτη παχιά καφέ άμμο, ομπρελίτσες και μπόμπιρες που έτρεχαν δεξιά και αριστερά.
Κάτι έχουν τα Κύθηρα, που δεν στο μαρτυρούν αμέσως, ίσως και ποτέ, σκεφτόμουνα καθώς ανηφορίζαμε για το Κάλαμο. Συνήθως η πρώτη εντύπωση είναι και η πιο σωστή, γιατί δεν έχει προλάβει ακόμα  να πάρει τα ηνία το μυαλό,  να αρχίζει να συνδέει αποθηκευμένες εικόνες και να κατασκευάζει σκέψεις, υποθέσεις και ερμηνείες
Το απόγευμα γνωρίσαμε ένα από τα κεφαλοχώρια του νησιού, το Λιβάδι, βάλαμε βενζίνη και φάγαμε υπέροχα γλυκά στο ζαχαροπλαστείο  «Της Ρένας».

Το βράδυ, είχε πανηγύρι στα Φράτσια.  Πήγαμε και το ευχαριστηθήκαμε. Διαφορετικός κόσμος, πιο απλός και καθόλου στενάχωρος.  Η διαδρομή ήταν κατασκότεινη, φως ούτε για δείγμα ακόμα και στις διασταυρώσεις των δρόμων, τις οποίες θα έπρεπε να αποστηθίσεις για την επιστροφή που θα σε έβρισκε λιγάκι πιο κουρασμένο και ίσως να είχες πιεί και καμιά μπύρα. Αφήσαμε την μηχανή, λίγα μέτρα από την είσοδο. Η είσοδος ήταν ένας τύπος με μουστάκια καθισμένος πίσω από ένα μικρό τραπεζάκι. Κρατούσε στο χέρι του ένα μπλοκάκι με εισιτήρια που μόνο με αυτά μπορούσες να μπεις στην πανήγυρη. Ωραία σκέφτηκα, το πρώτο ποτό θα είναι δωρεάν, παιδί της πόλης βλέπετε.

-    Καλησπέρα, δύο εισιτήρια
-    Τέσσερα ευρώ
-    Τι παίρνεις με αυτά, ρώτησα.

Ο μουστάκιας σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε διερευνητικά. Σαν να ήθελε να καταλάβει αν τον δουλεύω ή όχι. Αυτό κράτησε μερικά δευτερόλεπτα. Αναρωτήθηκα τι λάθος έκανα. Μπα δεν βαριέσαι, δεν τον έβρισα κιόλας. Δεν έδειχνε αγριεμένος αλλά μάλλον απορημένος…
Μου έδωσε τα δύο εισιτήρια και μου απάντησε:
-    Τίπτα!

Μπήκαμε και αντικρίσαμε μια τεράστια για τα ελληνικά δεδομένα πλατεία στρωμένη από άκρη σε άκρη με τραπέζια. Αυτά τα ορθογώνια που χωράνε ίσαμε με είκοσι άτομα. Φάγαμε τα καλύτερα σουβλάκια καλαμάκι που μπορώ να θυμηθώ και ήπιαμε αρκετή μπύρα πριν πάρουμε τον δρόμο του γυρισμού.

Κυριακή 23/8/2015
Η επόμενη μέρα δεν ήταν ηλιόλουστη σαν την χθεσινή. Για την ακρίβεια, είχε αρκετή υγρασία, και από νωρίς μύριζε βροχή. Αυτή η όμορφη μυρωδιά νερού ανακατεμένη με τις μυρωδιές που αναδεύουν από τα χόρτα και γενικά την βλάστηση της περιοχής. Άξιζε να αφιερώσεις χρόνο καθώς έπινες τον πρωινό σου καφέ, αγναντεύοντας τις απέναντι πλαγιές από το ανοιχτό παράθυρο. Ο ουρανός μάζευε σιγά σιγά σύννεφα και μαύριζε ολοένα και περισσότερο. Η φύση σε προετοίμαζε, για την μπόρα που ερχόντανε. Παιδιά της πόλης εμείς – δεν θα βαρεθώ να το λέω-  δεν θέλαμε να χαλάσουμε τα σχέδιά μας. Φορτώσαμε τα απαραίτητα στην μηχανή και λίγο πριν φύγουμε…πλιτς, πλιτς, πλατς…-    Καλύτερα να πάρετε το Niva, θα δυναμώσει και άλλο.

Μετά από σύντομες απαραίτητες οδηγίες, ξεκινήσαμε για την παραλία του Χαλκού. Στην μέση της διαδρομής ανοίξανε οι ουρανοί και το άσπρο παλιό Niva έμοιαζε με παπάκι που πλατσούριζε σε μια απέραντη καφέ θάλασσα. Ο δρόμος είχε βαθειά νεροφαγώματα και μυτερές πέτρες που καθόλου δεν θα ευχαριστούσαν την αγαπημένη μας γριούλα η οποία καθόντανε υπομονετικά  στην αυλή του σπιτιού, στηριγμένη στο πλαϊνό σταντ, κάτω από μια ελιά. Όταν φτάσαμε στο τέλος της διαδρομής, αντικρίσαμε την παραλία. Είχε κάτι το αφιλόξενο αλλά συγχρόνως και κάτι τόσο  ζεστό, στρωμένη με χοντρό βότσαλο και βράχια – ιδιαιτέρα στην δεξιά πλευρά – που σίγουρα είχαν σχηματιστεί από κάποια υπόγεια δραστηριότητα που λες και σταμάτησε απότομα, λίγο πριν έρθουμε. Η βροχή άρχισε να κοπάζει. Αργότερα, έπαιξε για λίγο μαζί μας και μετά πέταξε μακριά.

Το απόγευμα πήγαμε στην χώρα. Μικρή χτισμένη σε ύψωμα, κάτω από το κάστρο. Αρκετά και όμορφα μαγαζιά, χωρίς να προβάλλουν το εγώ τους, διάσπαρτα στο καλντερίμι. Για φαγητό, για καφέ, για ποτό, για σουβενίρ, για ένδυση.
Το βραδάκι μας βρήκε στο Λιβάδι. Φάγαμε σουβλάκι και τελειώσαμε την μέρα μας με παγωτό και κουβεντούλα  «Στης Ρένας». Ένιωθα τόσο οικία, αν και είναι η δεύτερη μας φορά στο Λιβάδι. Είπαμε, τα Κύθηρα έχουν κάτι, κάτι που δεν το αποκαλύπτουν σε όλους, κάτι που το κρατούν καλά κρυμμένο, κάτι που χρόνια τώρα θέλουν να προφυλάξουν από αυτούς που δεν ακούν, δεν μυρίζουν, δεν γεύονται, δεν αισθάνονται. 

Δευτέρα 24/8/2015
Σήμερα η μέρα θα ήταν αξέχαστη, θα ανακαλύπταμε τις ιδιομορφίες της φύσης και των ανθρώπων στους  καταρράκτες του Μυλοπόταμου. Η διαδρομή που ακολουθήσαμε, ήταν Κάλαμος, Μυλοπόταμος, Ποταμός, Αγ.Πελαγία, Καραβάς, Λιβάδι (με το απαραίτητο γλυκάκι φυσικά) και Κάλαμος.
Αφού καλημερίσαμε την γριούλα μας – είχε ξυπνήσει από ώρα και μας περίμενε κάτω από την ελιά – την φορτώσαμε με τα απαραίτητα της παραλίας και ξεκινήσαμε για τον Μυλοπόταμο. Η διαδρομή δεν παρουσίαζε κάποιο ενδιαφέρον, ήταν στρωτή και γεμάτη πετρώδεις πλαγιές. Λίγο πριν βουτηχτούμε στην περιπέτεια της κατάβασης στους καταρράκτες, σταματήσαμε στην «Άμπελο»,  ένα καφέ στην αρχή του Μυλοπόταμου. Ελληνικός καφές στο μπρίκι με βιομηχανοποιημένο κουλουράκι και γκαζόζα στην σκιά των δέντρων. Το κουλουράκι δεν χρειαζόταν.  Ήταν η αρχή της περιπλάνησης, συνεπώς κούραση ακόμα δεν υπήρχε, απλά θέλαμε να απολαύουμε κάθε στιγμή, γι΄ αυτό και η στάση στο καφέ. Μπορώ να παινευτώ πως είμαι πρωταθλητής σε τέτοιες στάσεις και ένας πολύ κακός τουρίστας, γιατί θεωρώ αδύνατον να δεις ένα ολόκληρο νησί σε πέντε μέρες, και όταν λέω να δεις, εννοώ να ακούσεις, να γευτείς, να μυρίσεις και να αισθανθείς. Πλησιάζοντας στους καταρράκτες, αφήσαμε την μηχανή, σε ένα μικρό ξέφωτο κάτω από τα πεύκα.

Την υπόλοιπη κατάβαση θα την κάναμε με τα πόδια, χωρίς να έχουμε αντιληφθεί το μέγεθος και το μεγαλείο της διαδρομής. Τα Κύθηρα φρόντισαν γι΄ αυτό. Ψάξε και θα βρεις, δεν τελειώνει με αυτό που βλέπεις, με αυτό αρχίζει. Έτσι ήταν και το μονοπάτι που πήραμε για να κατέβουμε στους καταρράκτες. Χωρίς να το πολυκαταλάβουμε βρεθήκαμε στην πρώτη λίμνη. Και να οι φωτογραφίες και τα πλατσουρίσματα. Ε, ωραία, αυτό είναι όλο; αναρωτηθήκαμε βγάζοντας και εμείς φωτογραφίες σαν καλοί τουρίστες. Όχι δεν ήταν αυτό, αλλά αν ήθελες για σένα θα ήταν αυτό… Ψάξαμε για το παρακάτω. Μια μικρή ξύλινη ταμπελίτσα μας έδειξε την συνέχεια. Η περιπέτεια τώρα άρχιζε. Το πλατύ μονοπάτι έγινε στενό, τα δέντρα ξεπρόβαλαν από παντού, η φύση οργίαζε και το μονοπάτι έδειχνε να μην έχει τελειωμό. Δίπλα του το ποταμάκι,  μια το βλέπαμε και μια το χάναμε, καθώς ανηφορίζαμε. Φτάσαμε στα πρώτα κτίσματα, ερείπια από τους νερόμυλους και,  στην δεύτερη λίμνη που γέμιζε με νερό που έπεφτε από ψηλά. Για να μπεις σε αυτή – ακούγονταν τσαλαβούτες και γέλια – έπρεπε να περάσεις από κορμούς ζωντανών δέντρων που εκτελούσαν χρέη γεφυριού.  Ο άνθρωπος δεν ασχολήθηκε με αυτό το κομμάτι γης και έτσι  η φύση αυτοσχεδίασε. Έβγαλα αποσβολωμένος την φωτογραφική μου μηχανή από την τσέπη μου και προσπάθησα να αποτυπώσω στα ψηφιακά της  κυκλώματα, αυτό που έβλεπα. Δεν χωρούσαν όμως οι μυρωδιές και η αίσθηση.

Αυτή η αίσθηση ότι είσαι ζωντανός μέσα σε κάτι ζωντανό και χαρούμενο!

Η επιστροφή ήταν κουραστική. Η χώρας μας όμως είναι φιλόξενη. Στην κάθοδό μας προς τις λίμνες, περάσαμε δίπλα από ένα καφενείο με πέργολα και μεζεδάκια, τον «Νερόμυλο του Φιλιππή», σφηνωμένο στα βράχια, ανακατασκευή από παλιό νερόμυλο. Ιδρωμένοι και με γεμάτα τα πνευμόνια μας οξυγόνο, απολαύσαμε δυο γκαζόζες και αφήσαμε τα μεζεδάκια και τα τσίπουρα για αργότερα.
Μεσημέριασε πια, όταν κατηφορίζαμε για την Αγία Πελαγία. Σταματήσαμε να φάμε στην παραλία, στη «Στέλλα»,  αγναντεύοντας την θάλασσα και τις ψαρόβαρκες. Ήταν Αύγουστος και έκανε ζέστη. Η δροσερή μπύρα, οι  ψητοί κολιοί μαζί με τα χόρτα και το απέραντο γαλάζιο, έκαναν το γεύμα μας αξέχαστο.
Αποκαμωμένοι από όσα είχαμε κάνει από το πρωί, ξαπλώσαμε στις ξαπλώστρες του «Remezzo» για τον μεσημεριανό μας ύπνο. Ο απογευματινός καφές μας βρήκε στην ίδια θέση, χαμογελαστούς και με διάθεση για μπάνιο.

Λίγο πριν το σούρουπο, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Το μεγάλο στρογγυλό φανάρι του CX500 φώτιζε τον δρόμο. Ο ήχος του V-TWIN κινητήρα, ξεμάκραινε και χάνονταν μέσα στην νύχτα.

Κυριακή 15/7/2018 δεύτερη επίσκεψη, μετά από τρία χρόνια.
Μεσολάβησαν τρία χρόνια, μέχρι το επόμενο ξημέρωμα στα Κύθηρα. Ο Βιτσέντζος δεν έκανε πια το δρομολόγιο Πειραιάς – Κύθηρα και έτσι ξεκινήσαμε να πάμε οδικώς μέχρι την Νεάπολη και να περάσουμε απέναντι με την Πορφυρούσα. Το λιμάνι δεν φάνταζε τόσο απόκοσμο και μυστηριώδες, όσο την προηγούμενη φορά. Βοηθούσε σε αυτό και ο μεσημεριανός ήλιος, που αποκάλυπτε την γύμνια του και το έκανε να μοιάζει με πολλά άλλα μικρά λιμάνια της μεθορίου. Ξανά ο ανηφορικός δρόμος προς το Λιβάδι, χωρίς το σαγηνευτικό πέπλο της νύχτας, με αρκετό ιδρώτα και ξανά αμηχανία για το που θα στρίψουμε κάθε φορά που ζυγώναμε σε σταυροδρόμι.

Έμπειροι πλέον, φτάσαμε στον προορισμό μας χωρίς βοήθεια και χτυπήσαμε το κουδούνι της  εξώπορτας. Καμπανούλες ακούστηκαν από το βάθος του σπιτιού και η πόρτα άνοιξε. «Γεια σας» είπα με χαμόγελο, «γεια σας» μου ανταπάντησε ο Γιάννης μηχανικά και αμέσως μετά αρχίσαμε να ξεφωνίζουμε σαν παιδιά. Η έκπληξη είχε πετύχει.

Οι επόμενες μέρες μας στο νησί -από τουριστικής πλευράς- στόχο είχαν να καλύψουν μέρη που δεν προλάβαμε να δούμε την προηγούμενη φορά αλλά και να ξαναζωντανέψουμε εικόνες και διαδρομές που μας άρεσαν.

Δευτέρα 16/7/2018
Για αρχή, κατευθυνθήκαμε στην Κομπονάδα, μια όμορφη παραλία κοντά στο κατάλυμα μας. Ο δρόμος στενός και με λίγες λακκούβες αλλά ασφαλτοστρωμένος μέχρι το τέλος του. Η παραλία υπέροχη, στρωμένη με χοντρό βότσαλο. Το νερό γαλάζιο και διαυγές. Λιγότερο από την μισή περίπου παραλία,  καλύπτεται από ενοικιαζόμενες ομπρέλες και η άλλη μισή είναι ελεύθερη, κάτι που είδαμε και στις υπόλοιπες παραλίες που επισκεφθήκαμε συνολικά και στις δύο μας επισκέψεις στο νησί. Αυτό μας άρεσε και θα επιθυμούσαμε να το δούμε και στις παραλίες της Αττικής, όπου εκεί η νόμοι δεν λειτουργούν και ο σεβασμός στο φυσικό κάλος καλύπτεται από το άνομο κέρδος. Αυτό που δεν μας άρεσε, αλλά είναι κάτι που διορθώνεται εύκολα, είναι ο θόρυβος της ηλεκτρογεννήτριας, η οποία τροφοδοτούσε με ρεύμα το αναψυκτήριο. Θα μπορούσε να ήταν σε άλλη θέση ώστε να μην αλλοίωνε ηχητικά το τοπίο. 

Το μεσημέρι μας βρήκε στο εστιατόριο Pierros στο Λιβάδι, όπου χωρίς υπερβολή έφαγα την καλύτερα ψημένη και πεντανόστιμη μοσχαρίσια μπριζόλα των τελευταίων ετών. Με αυτή την υπέροχη γαστρονομική ανάμνηση στο μυαλό μας, ανηφορίσαμε να ξαναδούμε το χωριό Καλοκαιρινές. Το είχαμε επισκεφθεί και την προηγούμενη φορά, το ξαναείδαμε και τώρα, στέκονταν εκεί κοιτώντας την βαθιά πλαγιά που έφτανε στο τέλος της μέχρι την θάλασσα. Ερειπωμένο, όπως και πριν αλλά με ανακατασκευασμένα τρία τέσσερα σπίτια, μας φανέρωνε μια διαφορετική οικιστική εικόνα, με κοινές αυλές, φούρνους και πεζούλες. Την ίδια αυτή εικόνα, επαυξημένη, συναντήσαμε μερικές μέρες αργότερα και στην Κάτω Χώρα. Ο ήλιος κατηφόριζε γοργά προς την θάλασσα και εμείς δεν θέλαμε να χάσουμε ένα από τα πιο γοητευτικά ηλιοβασιλέματα του νησιού. Επόμενος σταθμός λοιπόν, ο Σταυρός της Μυρτιδιώτισσας. Φτάσαμε την κατάλληλη ώρα, την ώρα εκείνη που ο ήλιος σταματά πια το παιχνίδισμά του με τον γιαλό και αποφασίζει να αποτραβηχτεί και να αναπαυθεί στο σκουρόχρωμο μπλε του πελάγους. Βουβοί, εμείς και λιγοστοί άλλοι ρομαντικοί, κοιτούσαμε ακίνητοι προς την ίδια πλευρά, σαν μυσταγωγοί ενός πανάρχαιου τελετουργικού. Όταν αυτό τελείωσε, πήραμε τον δρόμο του γυρισμού.

Τρίτη 17/7/2018
Πολλά είχαμε ακούσει για το Καλαδί, μία από τις καλύτερες παραλίες του νησιού. Την προηγούμενη φορά δεν προλάβαμε να την επισκευθούμε, αυτή την φορά όμως δεν θα μας γλίτωνε. Μια γρήγορη ματιά στον χάρτη και φύγαμε. Ο δρόμος, τυπικός των Κυθήρων. Φτάσαμε, σε ένα ξέφωτο όπου είχε αρκετό χώρο για στάθμευση και ένα αναψυκτήριο, το οποίο θα εκτιμούσαμε πολύ περισσότερο στην επιστροφή. Κατηφορίσαμε ένα τσιμεντένιο δρόμο, στα δεξιά και μετά γύρω στα εκατόν πενήντα καλοσχηματισμένα σκαλοπάτια με πλατύσκαλα για ξεκούραση. Γνωρίζουμε πως η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά και η φύση; Καθώς κοιτούσα την παραλία από ψηλά και λαχταρούσα να γευτώ τα νερά της όλο και πιο πολύ μου θύμιζε την παραλία του Κ.Α.Π.Ε. Ακόμα και ο βράχος στα δεξιά, λες και ήταν ίδιος. Εδώ δεν υπάρχουν ξαπλώστρες και ομπρέλες, ο καθένας φέρνει την δικιά του αλλά το αναψυκτήριο που αναφέραμε λίγο πριν δέχεται παραγγελίες. Ναι, ότι θες, το παραγγέλνεις και σε λιγότερο από δέκα λεπτά τόχεις!. Ένας νεαρός με ατσάλινα πόδια και καπέλο φροντίζει γι΄αυτό. 

Στην επιστροφή, εντύπωση μας έκανε ένα άσπρο κτήριο στην αντίπερα κορυφή. Στεκόνταν επιβλητικό και ατένιζε την θάλασσα. Κατευθυνθήκαμε προς τα κει. Στα μισά περίπου της ανάβασης, είδαμε μια ταμπέλα «Αγία Μόνη», έτσι έλεγαν το μοναστήρι, που όπως μάθαμε αργότερα από έναν κύριο και μια κυρία που μας καλοδέχτηκαν, δεν λειτουργεί πια σαν μοναστήρι αλλά λειτουργεί μόνο στις μεγάλες γιορτές και προσφέρει κατάλυμα στους ιερωμένους. Η θέα από εκεί ψηλά ήταν μαγευτική. Ο δυνατός αέρας έκανε τα καλώδια του δικτύου του ρεύματος να σφυρίζουν. Τα λιγοστά αυτοκίνητα στους στενούς φιδίσιους δρόμους των Κυθήρων έμοιαζαν με κινούμενες κουκίδες. Ανάψαμε ένα κεράκι, γράψαμε στο βιβλίο επισκεπτών  και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Λίγο πιο κάτω, στα βράχια επάνω, αντικρίσαμε τα τσιριγώτικα κατσικάκια, εκλεκτή σπεσιαλιτέ της περιοχής. Το βραδάκι μαζευτήκαμε οικογενειακά και φάγαμε στο Καψάλι, στο εστιατόριο «Lemon».

Τετάρτη 18/7/2018
Σήμερα η μέρα ήταν αφιερωμένη στους δύο αρχαιολογικούς χώρους που δεν προλάβαμε να επισκεφθούμε με την προηγούμενη επίσκεψή μας στο νησί. Στο κάστρο της Κάτω χώρας και στο σπήλαιο της Αγίας Σοφίας. Αρχικά, κατευθυνθήκαμε για το καθημερινό μας μπανάκι, στον Λιμιώνα, και συνεχίσαμε την διαδρομή μας στην Κάτω Χώρα, έναν κρυμμένο στα βουνά λόγω πειρατών, μεσαιωνικό οικισμό των κατοίκων του Μυλοποτάμου. Εδώ θα σταθούμε λίγο περισσότερο γιατί πιστεύουμε πως τουριστικά πρέπει να προχωρήσουμε παρακάτω και να δημιουργήσουμε και άλλα τουριστικά μοντέλα, εκτός από τα καθιερωμένα, τα οποία να είναι πιο δύσκολα στον ανταγωνισμό. Κρίνοντας με το μάτι του παρατηρητή και όχι του γνώστη, το μέρος πρέπει να προστατεύεται ως αρχαιολογικός χώρος. Υπάρχουν ταμπέλες της αρχαιολογικής υπηρεσίας που το μαρτυρούν. Βέβαια, αυτό προφυλάσσει τον χώρο από πιθανές άνομες ενέργειες, αλλά φτάνει αυτό; Στις φωτογραφίες που θα δείτε, θα διαπιστώσετε ότι δεν φτάνει. Πάλι με τα μάτια του παρατηρητή, κρίνω  πως η τελευταία συντήρηση των σπιτιών πρέπει να έχει γίνει πολλά χρόνια πριν. Και εδώ αναφέρομαι στην πολιτεία. Τα πολλά, σε σχέση με την έκταση του μικρού οικισμού, εκκλησάκια είναι κλειστά, συνεπώς επειδή τα μάτια του παρατηρητή είναι συμβατικά και δεν διαπερνούν βαριές ξύλινες πόρτες, κάτι αντίστοιχο και εδώ έχει χρόνια να γίνει. Επιπρόσθετα, δεν μπορείς να μπεις και να τα δεις από μέσα. Μάτια ερμητικά κλειστά λοιπόν τα εκκλησάκια, βουβά στόματα, που θέλουν να μαρτυρήσουν την ιστορία τους αλλά δεν μπορούν. Και εδώ αναφέρομαι στην εκκλησία. Θα μου πείτε κρίση έχουμε, λεφτά δεν υπάρχουν αλλά η συνολική εικόνα δείχνει πως έχουν εγκαταληφθεί πολύ πριν την κρίση. Ο εθνικός μας πλούτος λοιπόν στα αζήτητα. Αν περάσουν ακόμα μερικά χρόνια, κάποιοι σημεία θα καταρρεύσουν και σιγά σιγά η φύση θα κάνει αυτό που ξέρει καλά να κάνει, καθώς δεν θα υπάρχει πια ενδιαφέρον μα ούτε και κληρονομία.

Το σημείο προσφέρεται για τουριστική αξιοποίηση. Στο πλάτωμα της εισόδου του οικισμού, θα μπορούσε να διαμορφωθούν θέσεις στάθμευσης και ένα από τα σπιτάκια να χρησιμοποιηθεί σαν ρεσεψιόν. Ο χώρος να φωταγωγηθεί με σεβασμό και να ανακατασκευαστούν τα καλντερίμια. Κάθε χρόνο, με ντόπιους χτίστες ή από την γειτονική Πελοπόννησο αν δεν υπάρχουν ή δεν φτάνουν, να αναπαλαιώνονται ένα δύο σπίτια, κονδύλι που δεν φαντάζει τόσο υψηλό, τουλάχιστον στα μάτια του απλού παρατηρητή ή απλού πολίτη. Να εμπλουτιστούν, μέσω κεντρικών δικτύων με όλες τις σύγχρονες ανέσεις – το νησί είναι όλο σκαμμένο με οπτικές ίνες – και να απαρτίσουν σε λίγα χρόνια τα δωμάτια ενός ξενοδοχείου. Σε δεύτερη φάση και αφού πάνε όλα καλά, να αναβαθμιστεί και σε ξενοδοχείο υψηλών προδιαγραφών και απαιτήσεων. Κλείνοντας αυτόν τον κύκλο, θα έχουμε  αποκομίσει τρία ισχυρά οφέλη, έσοδα στον δήμο, δουλειά στους ντόπιους και διατήρηση των αρχαιοτήτων. Αν τώρα όλα αυτά σκοντάφτουν γιατί ο αρχαιολογικός χώρος περιορίζεται μόνο στις εκκλησίες, εδώ είναι το κράτος για να νομοθετήσει και να βγει επιτέλους και από αυτό το αδιέξοδο. Η επίδοσή του λίγο πριν τις εκάστοτε εκλογές στην τακτοποίηση αυθαιρέτων μέσω νέων νομοθεσιών, είναι εκπληκτική. Μήπως σκοντάφτουν από την αρχαιολογική υπηρεσία, λόγω της φθοράς που θα υποστούν από την συνεχή χρήση; Επιτρέψτε μου να μην το σχολιάσω, για τι θα σας θυμίσω το Καλλιμάρμαρο στάδιο των Αθηνών. 

Γιατί δεν γίνεται τότε, θα μπορούσε να φωνάξει  ο θεατής αυτής της λησμονημένης περιοχής. Μια από τις απαντήσεις και ίσως η σπουδαιότερη είναι ότι δεν αγαπάμε τον τόπο μας, αγαπάμε και προσέχουμε τον εαυτό μας και αν η ίδια μας η γενέτειρα, σταθεί εμπόδιο στην τέρψη του εγώ μας, τότε θα μας βρει σκληρούς, αμείλικτους ή αδιάφορους. 

Στις παρυφές του χωριού, μερικά σπιτάκια έχουν αναπαλαιωθεί από τους ιδιοκτήτες τους και κάποια ενοικιάζονται. Αυτοί το σκέφτηκαν! 

Λίγο πιο κάτω από την Κάτω χώρα, βρίσκονταν ο δεύτερος προορισμός μας, το Σπήλαιο. Κινήσαμε με όρεξη προς τα κει. Ο δρόμος ήθελε λίγο προσοχή. Φτάσαμε και σταθμεύσαμε σε ένα μικρό πλάτωμα που στο τέλος του ξεκίναγαν τα σκαλιά τα οποία οδηγούσαν στο Σπήλαιο. Η θέα σε αυτή την κατάβαση ξεπερνά κάθε περιγραφή. Στο τέλος αντικρίσαμε ένα ξύλινο κιόσκι και ένα σημείωμα σφηνωμένο στα κάγκελα της πόρτας εισόδου του σπηλαίου. «Το σπήλαιο είναι κλειστό την Τετάρτη» και σήμερα … ήταν Τετάρτη! Τα ‘παμε και παραπάνω, αν  η γενέτειρα μας, σταθεί εμπόδιο στην τέρψη του εγώ μας, τότε θα μας βρει σκληρούς, αμείλικτους ή αδιάφορους.

Πέμπτη 19/7/2018
Και σιγά σιγά, φτάσαμε και στην προτελευταία μέρα της δεύτερης επίσκεψης μας στα Κύθηρα και ίσως στην καλύτερη παραλία του νησιού. Στους Φούρνους. Χαλάλι το περίπου ένα χιλιόμετρο χωματόδρομο. Το αποτέλεσμα σε αποζημιώνει! Ιδιαίτερη μνεία στο σύστημα ειδοποίησης του πελάτη, να παραλάβει την παραγγελία του, από την καντίνα που υπάρχει στην παραλία. Για την επιστροφή, διαλέξαμε να περάσουμε από τις Πηγές του Αμήρ Αλή. Στο μπάσιμο για τις πηγές, τα χρειαστήκαμε λίγο, ο δρόμος είναι απότομος και στενός αλλά διαρκεί πολύ λίγο. Συναντήσαμε ένα ποταμάκι με πάπιες και κανένα ανοιχτό μαγαζί. Ήπιαμε γάργαρο νερό από την βρύση και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.

Παρασκευή 20/7/2018
Την τελευταία μας μέρα αποχαιρετήσαμε τα Κύθηρα με ένα υπέροχο μπάνιο στην παραλία του Χαλκού. Μαζέψαμε τα πράγματά μας και ξεκινήσαμε τον δύσκολο δρόμο της επιστροφής.

Συνεχίζεται...

 

Επόμενο άρθρο: photo1 Επόμενο
Copyright © 2026 Motozen. Με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.
Το Joomla! είναι Ελεύθερο Λογισμικό που διατίθεται σύμφωνα με τη Γενική Δημόσια Άδεια Χρήσης GNU.